
Στα χρόνια της Χούντας το ποδόσφαιρο (και όχι μόνο) λειτουργούσε ως υπνωτικό του λαού στα πλαίσια του "άρτος και θεάματα". Αν δεν απατώμαι, όμως, σήμερα έχουμε δημοκρατία, έτσι δεν είναι;
Ή μήπως όχι;
Δεν είμαι εναντίον του ποδοσφαίρου, να μην παρεξηγούμαι. Κι εγώ θ' απολαύσω έναν ωραίο αγώνα, εφόσον παίζεται μπάλα ποιότητας και η διαιτησία παίζει 50- 50. Αυτό στο οποίο αντιτίθεμαι σθεναρά είναι το πώς το ποδόσφαιρο γίνεται τόσο πολύ μέρος της ζωής κάποιων ανθρώπων, σε βαθμό που δε μπορούν να συζητήσουν τίποτα άλλο πέραν τούτου. Πώς είναι δυνατόν τη σήμερον ημέρα να υπάρχουν ακόμα τόσο αποβλακωμένοι άνθρωποι;
Και για να το κάνω πιο συγκεκριμένο: την ημέρα, ή μάλλον τη νύχτα, που διεξάγεται κάποιος κρίσιμος αγώνας, οι δρόμοι αδειάζουν. Σπίτια και μαγαζιά γεμίζουν με κόσμο (και των δύο φίλων) που φωνάζουν, γιουχάρουν ή χειροκροτούν, συνήθως με τη συνοδεία μπύρας και πίτσας. Και καταλήγουν - αργά ή γρήγορα- σε σχόλια όπως εκείνα του φιλάθλου στην ελληνική ταινία με τη Βλαχοπούλου: από "θεός" ο εκάστοτε ποδοσφαιριστής γίνεται "κρέας" και τούμπαλιν.
Γιατί, πού το πας το άλλο; Οι χαρακτηρισμοί των προπονητών ξεκινούν στην αρχή της περιόδου με πολεμικούς αλαλαγμούς και ιαχές του τύπου: "Μ' αυτόν θα σκίσουμε", "Τώρα ήρθε ο μάστορας να μας φτιάξει" κλπ.. Συνήθως, όμως, στο τέλος της αγωνιστικής περιόδου είναι ο ίδιος άνθρωπος που χαρακτηρίζεται "άχρηστος", "ανίδεος", "άμπαλος" και διάφορα παρεμφερή κοσμητικά.
Φυσικά, είναι περιττό ν' αναφέρω ότι τα ίδια -και μη χειρότερα!- ακούγονται και για τους παίκτες. Και εννοείται πως στερείται κάθε λογικής η οποιοδήποτε προσπάθεια να προσπαθήσεις να μιλήσεις με τέτοιους "φιλάθλους", αν διανοηθείς ν' αρθρώσεις τη φράση: "Μα, άλλα δεν έλεγες γι' αυτούς πριν την αρχή της σεζόν;" Ξάφνου μεταμορφώνονται άπαντες σε παντογνώστες και η φράση "Τα 'λεγα εγώ" ξεστομίζεται σε σημείο να κοντεύει να σου δημιουργήσει νευρικό κλονισμό.
Έτσι, λοιπόν, εγείρεται το εξής ερώτημα: δεν υφίσταται πια ο σκεπτόμενος νους του ανθρώπου; Και καλά, η χούντα χρησιμοποιούσε το ποδόσφαιρο ως μέσο χειραγώγησης του λαού. Αλλά η τιμημένη μας Δημοκρατία; Μήπως προσπαθεί να κάνει το ίδιο, ή μήπως μόνοι μας πια, αβίαστα και χωρίς προτροπές, φοράμε τις παρωπίδες μας και σκύβουμε τα κεφάλια;
Ή μήπως όχι;
Δεν είμαι εναντίον του ποδοσφαίρου, να μην παρεξηγούμαι. Κι εγώ θ' απολαύσω έναν ωραίο αγώνα, εφόσον παίζεται μπάλα ποιότητας και η διαιτησία παίζει 50- 50. Αυτό στο οποίο αντιτίθεμαι σθεναρά είναι το πώς το ποδόσφαιρο γίνεται τόσο πολύ μέρος της ζωής κάποιων ανθρώπων, σε βαθμό που δε μπορούν να συζητήσουν τίποτα άλλο πέραν τούτου. Πώς είναι δυνατόν τη σήμερον ημέρα να υπάρχουν ακόμα τόσο αποβλακωμένοι άνθρωποι;
Και για να το κάνω πιο συγκεκριμένο: την ημέρα, ή μάλλον τη νύχτα, που διεξάγεται κάποιος κρίσιμος αγώνας, οι δρόμοι αδειάζουν. Σπίτια και μαγαζιά γεμίζουν με κόσμο (και των δύο φίλων) που φωνάζουν, γιουχάρουν ή χειροκροτούν, συνήθως με τη συνοδεία μπύρας και πίτσας. Και καταλήγουν - αργά ή γρήγορα- σε σχόλια όπως εκείνα του φιλάθλου στην ελληνική ταινία με τη Βλαχοπούλου: από "θεός" ο εκάστοτε ποδοσφαιριστής γίνεται "κρέας" και τούμπαλιν.
Γιατί, πού το πας το άλλο; Οι χαρακτηρισμοί των προπονητών ξεκινούν στην αρχή της περιόδου με πολεμικούς αλαλαγμούς και ιαχές του τύπου: "Μ' αυτόν θα σκίσουμε", "Τώρα ήρθε ο μάστορας να μας φτιάξει" κλπ.. Συνήθως, όμως, στο τέλος της αγωνιστικής περιόδου είναι ο ίδιος άνθρωπος που χαρακτηρίζεται "άχρηστος", "ανίδεος", "άμπαλος" και διάφορα παρεμφερή κοσμητικά.
Φυσικά, είναι περιττό ν' αναφέρω ότι τα ίδια -και μη χειρότερα!- ακούγονται και για τους παίκτες. Και εννοείται πως στερείται κάθε λογικής η οποιοδήποτε προσπάθεια να προσπαθήσεις να μιλήσεις με τέτοιους "φιλάθλους", αν διανοηθείς ν' αρθρώσεις τη φράση: "Μα, άλλα δεν έλεγες γι' αυτούς πριν την αρχή της σεζόν;" Ξάφνου μεταμορφώνονται άπαντες σε παντογνώστες και η φράση "Τα 'λεγα εγώ" ξεστομίζεται σε σημείο να κοντεύει να σου δημιουργήσει νευρικό κλονισμό.
Έτσι, λοιπόν, εγείρεται το εξής ερώτημα: δεν υφίσταται πια ο σκεπτόμενος νους του ανθρώπου; Και καλά, η χούντα χρησιμοποιούσε το ποδόσφαιρο ως μέσο χειραγώγησης του λαού. Αλλά η τιμημένη μας Δημοκρατία; Μήπως προσπαθεί να κάνει το ίδιο, ή μήπως μόνοι μας πια, αβίαστα και χωρίς προτροπές, φοράμε τις παρωπίδες μας και σκύβουμε τα κεφάλια;
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου